ανακινούμαι


ανακινούμαι
ανακινούμαι, ανακινήθηκα, ανακινημένος βλ. πίν. 74

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • κροταλίζω — και κροταλώ και κροταλιώ και κουρταλώ (AM κροταλίζω, Μ και κρουταλίζω και κουρταλίζω) [κρόταλον] 1. παράγω ήχο χτυπώντας τα κρόταλα ή κάνω κάτι για να παραχθεί ήχος όμοιος με εκείνον τών κροτάλων («αἱ μέν τινες τῶν γυναικῶν κρόταλα ἔχουσαι… …   Dictionary of Greek

  • ՎԵՐԱՇԱՐԺԻՄ — ( ) NBH 2 0809 Chronological Sequence: 8c ձ. ՎԵՐԱՇԱՐԺԻԼ. ἁνακινοῦμαι sursum moveor, excitor. Ի վեր կոյս շարժիլ. *Միտք ʼի ձեռն զգալեացն վերաշարժիլ փութայ առ տեսողականս իմացուածս: Յերեւումն վերաշարժիլ սիրէ. Դիոն. եկեղ. եւ Դիոն. ածայ …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • αναδεύω — ανάδεψα, αναδεύτηκα 1. μτβ., αναταράζω, ανακατώνω: Παιδί μου, μην αναδεύεις τη λάσπη. 2. αμτβ., αναδεύω και συνήθ. αναδεύομαι ανακινούμαι, αναταράζομαι λίγο: Τι αναδεύεσαι σαν το σκουλήκι; (για παιδί μικρό που δεν ησυχάζει στο κρεβατάκι του) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)